ουσιαστικό “cushion”
ενικός cushion, πληθυντικός cushions ή μη μετρήσιμο
- μαξιλάρι
Εγγραφείτε για να δείτε τις μεταφράσεις των παραδειγμάτων προτάσεων και τους μονογλωσσικούς ορισμούς κάθε λέξης.
She placed a cushion on the chair to make it more comfortable.
- απορροφητής κραδασμών
The helmet acts as a cushion to protect your head.
- μπάντα (του τραπεζιού μπιλιάρδου)
He banked the cue ball off the cushion.
- απόθεμα (για προστασία από κίνδυνο ή απώλεια)
We keep a cushion of extra funds for emergencies.
ρήμα “cushion”
απαρέμφατο cushion; αυτός cushions; αόριστος cushioned; μετοχή αορ. cushioned; μετοχή ενεστ. cushioning
- μετριάζω
The thick carpeting cushioned his fall.
- τοποθετώ μαξιλάρια
She cushioned the window seat with soft pillows.