·

cushion (EN)
ουσιαστικό, ρήμα

ουσιαστικό “cushion”

ενικός cushion, πληθυντικός cushions ή μη μετρήσιμο
  1. μαξιλάρι
    She placed a cushion on the chair to make it more comfortable.
  2. απορροφητής κραδασμών
    The helmet acts as a cushion to protect your head.
  3. μπάντα (του τραπεζιού μπιλιάρδου)
    He banked the cue ball off the cushion.
  4. απόθεμα (για προστασία από κίνδυνο ή απώλεια)
    We keep a cushion of extra funds for emergencies.

ρήμα “cushion”

απαρέμφατο cushion; αυτός cushions; αόριστος cushioned; μετοχή αορ. cushioned; μετοχή ενεστ. cushioning
  1. μετριάζω
    The thick carpeting cushioned his fall.
  2. τοποθετώ μαξιλάρια
    She cushioned the window seat with soft pillows.