·

contingency (EN)
ουσιαστικό

ουσιαστικό “contingency”

ενικός contingency, πληθυντικός contingencies ή μη μετρήσιμο
  1. ενδεχόμενο (ένα πιθανό μελλοντικό γεγονός που μπορεί να συμβεί αλλά δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα)
    The company set aside funds to cover any contingencies that might occur during the expansion.
  2. ενδεχόμενο
    Her success was the result of hard work and some contingency.
  3. ενδεχομενική πρόταση (λογική)
    In the study of logic, contingencies are statements that require analysis of circumstances.
  4. ενδεχόμενο (χρηματοοικονομικά, ένα ποσό χρημάτων που πρέπει να καταβληθεί αν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις)
    The construction contract included a contingency for unexpected delays.