·

valuable (EN)
επίθετο

επίθετο “valuable”

βασική μορφή valuable (more/most)
  1. πολύτιμος (με υψηλή χρηματική αξία)
    She invested in valuable antiques that dramatically increased in price over the years.
  2. πολύτιμος (πολύ χρήσιμος ή ωφέλιμος)
    He offered valuable advice that helped me navigate a difficult situation.