·

twilight (EN)
ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα

ουσιαστικό “twilight”

ενικός twilight, πληθυντικός twilights ή μη μετρήσιμο
  1. λυκόφως
    After the sun dipped below the horizon, the twilight cast a beautiful pink hue over the landscape.
  2. ημίφως
    The old photograph was taken in such twilight that their expressions were barely discernible.
  3. δύση (με περαιτέρω εξήγηση: μεταφορικά για την παρακμή ή ενδιάμεση κατάσταση κάτι)
    The once-great athlete now found himself in the twilight of his career, contemplating retirement.

επίθετο “twilight”

βασική μορφή twilight, μη βαθμ.
  1. λυκόφωτος
    The twilight glow of the candle was not enough to read by, but it added a warm ambiance to the room.

ρήμα “twilight”

απαρέμφατο twilight; αυτός twilights; αόριστος twilit, twilighted; μετοχή αορ. twilit, twilighted; μετοχή ενεστ. twilighting
  1. λυκαυγή (με περαιτέρω εξήγηση: ρήμα που χρησιμοποιείται ποιητικά για να περιγράψει το αδύναμο ή θαμπό φωτισμό κάτι)
    The moon twilights the room with a soft, silver glow that creates a magical atmosphere.